Toeic

Primary tabs

Education

Subjects: 

Bookmark to learn: Login to use bookmarks.

Statistics

'Repetition is the mother of all learning.'

Bookmark to learn: Login to use bookmarks.

Add to collection ... add Toeic to your collections:

Help using Flashcards ...just like in real life ;)

  1. Look at the card, do you know this one? Click to flip the card and check yourself.
  2. Mark card Right or Wrong, this card will be removed from the deck and your score kept.
  3. At any point you can Shuffle, Reveal cards and more via Deck controls.
  4. Continue to reveal the wrong cards until you have correctly answered the entire deck. Good job!
  5. Via the Actions button you can Shuffle, Unshuffle, Flip all Cards, Reset score, etc.
  6. Come back soon, we'll keep your score.
    “Repetition is the mother of all learning.”
  7. Signed in users can Create, Edit, Import, Export decks and more!.

Bookmark to learn: Login to use bookmarks.

Share via these services ...

Email this deck:

Right: #
Wrong: #
# Right & # Wrong of #

establish

ιδρύω

declare

δηλώνω

refinance

αναχρηματοδοτώ αναχρηματοδότηση

dissertation

πτυχιακή εργασία πτυχιακή διατριβή

fed up

αγανακτισμένος μπουχτισμένος

layover

στάση

soaring

μεγάλη ύψωση που πετάει ψηλά που απογειώνεται που κερδίζει ύψος

afford

οικονομική δυνατότητα ανταπεξέρχομαι οικονομικά

cut back

μειώνω

get rid

ξεφορτώνομαι

resume

βιογραφικό

treat

φέρομαι συμπεριφέρομαι θεραπεύω κερνάω

fairly

αρκετά Δίκαια

reward

βραβείο έπαθλο ανταμοιβή επιβράβευση

explicitly

ρητά κατηγορηματικά λεπτομερέστατα απερίφραστα

ladder

ιεραρχία σκάλα κλίμακα

subtle

διακριτικός προσεγμένος εύστροφος ευφυής εύστοχος αμυδρός

heartfelt [adj]

ειλικρινής ανυπόκριτος ή εγκάρδιος

furniture

έπιπλο επίπλωση

stapler

συρραπτικό

flimsy

ατεκμηρίωτος αβάσιμος ασταθής

Hold On

αντέχω κάνω υπομονή

accurate

ακριβής σωστός

proposal

πρόταση

inordinate

υπέρμετρος υπερβολικός

pastime

αγαπημένη ασχολία χόμπι

exhilarating

αναζωογονητικός συναρπαστικός απολαυστικός

smorgasbord

ποικιλία συλλογή μπουφές

pace

ρυθμός βηματισμός δίνω βρίσκω ρυθμό

amount

ποσότητα σύνολο ή ποσό

convenient

κατάλληλος πρακτικός βολικός χρήσιμος

unspectacular

μη θεαματικός μη εντυπωσιακός

particularly

ξεχωριστά ειδικά ιδιαίτερα

spike

ακίδα καρφί αιχμή κορυφή

precaution

μέτρο ασφαλείας προφύλαξη

trajectory

τροχιά πορεία

epicentre

επίκεντρο

commiting

δέσμευση

plot

κομμάτι γης σχέδιο συνωμοσία σκευωρία γραφική απεικόνιση γραφική παράσταση πλεκτάνη

substantive

ουσιώδης ουσιαστικός σημαντικός

annexure

παράρτημα

potential

πιθανός ενδεχόμενος δυνητικός

inappropriate

ακατάλληλος

fatality

δυστύχημα θανατηφόρο ατύχημα (καθομιλουμένη) συμφορά

takeoff

απογείωση εκτόξευση απότομη άνοδος

crash-land

κάνω αναγκαστική προσγείωση

meditate

διαλογίζομαι Κάνω διαλογισμό

wheelchair

αναπηρικό καροτσάκι

charity

φιλανθρωπική οργάνωση κοινωνική προσφορά ελεημοσύνη φιλανθρωπία

harness

αξιοποιώ τιθασεύω ή εκμεταλλεύομαι

remain

παραμένει

rumble

βοή βροντή γουργουρητό συμπλοκή

bark

γαύγισμα

harvest

θερισμός,συγκομιδή

abide

συμμορφώνομαι

absent

απών

absorb

απορροφάω απορροφώ

accessory

εξάρτημα αξεσουάρ βοήθημα συνεργός σε έγκλημα

acclaim

επευφημώ αναγνώριση αναγνωρίζω

acquisition

απόκτηση εκμάθηση εξαγορά

Gathering

συγκέντρωση συλλογή

purse

Τσάντα πορτοφόλι [γυναικεία]

counter

ανταποδίδω αντιπαραθέτω αντιτάσσω ταμείο η θυρίδα η καταμετρητής

rack

ράφι κρεμάστρα

badges

κονκάρδα διακριτικό σήμα ένδυμα κάρτα αναγνώρισης

warehouse

αποθήκη

club

σύλλογος όμιλος

enclosure

περίφραξη περιφραγμένος χώρος

hose

λάστιχο μανίκα

intersection

διασταύρωση

autumn

φθινόπωρο

Fair

δίκαιο καθαρογραμμένο

among

ανάμεσα αναμεταξύ

vast

απέραντο αχανή ατελείωτο τεράστιο

on loan

σε δανεισμό για προσωρινή χρήση

lobby

προθάλαμος αίθουσα αναμονής

unanticipated

αιφνίδιος απροσδόκητος απρόοπτοςαναπάντεχος απρόσμενοςξαφνικός

shuttle

μεταφέρω μετακινώ λεωφορειάκι

compound

συνδυασμός σύνθεση ένωση

grand opening

εγκαίνια

editorial

δημοσιογραφικό συντακτικό άρθρο γνώμης

eraborate

πολύπλοκος περίτεχνος περίπλοκος

handout

ενημερωτικό έντυπο δωρεάν διαφημιστικό κοινωνικές απολαβές

booth

περίπτερο παράγκα θαλαμος

misguided

άστοχος  λανθασμένος εσφαλμένος

individual

χωριστός ξεχωριστός μεμονωμένος ατομο

entity

οντότητα φορέας οργάνωση οργανισμός

rely

βασίζομαι στηρίζομαι εμπιστεύομαι

inquire

ρωτάω σχετικά καταθέτω ερώτηση

according

σύμφωνα με συμφωνία

errand

εξωτερική δουλειά εξωτερική εργασία θέλημα

whether

ανεξαρτήτως ανεξάρτητα του εαν είναι

jammed

που έχει κολλήσει που έχει φρακάρει που έχει μαγκώσει  που έχει σφηνώσει

properly

καθώς πρέπει φυσιολογικά κανονικά σωστά

revise

επιμελούμαι διορθώνω αναθεωρώ

occasion

περίπτωση εκδήλωση γεγονός περίσταση

teller

αφηγητής αφηγήτρια η ταμίας ή καταμετρητής

orientation

προσανατολισμός

assess

αξιολογώ εκτιμώ

nuts

ξηρός καρπός

lock up

κλειδώνω κλείνω

custodian

φύλακας επίτροπος επιστάτης

exclusion

αποκλεισμός μη συμπερίληψη εξαίρεση

write down

γράφω σημειώνω

fond

τρυφερός στοργικός ή νοιάζομαι για κάποιον τρέφω στοργή για κάποιον μου αρέσει να κάνω κάτι

notice

προειδοποίηση ειδοποίηση γνωστοποίηση σημασία προσοχή

aware

έχω το νου μου είμαι προσεκτικός είμαι σε ετοιμότητα

ride

πηγαίνω με κάτι καβαλάω ή ιππεύω

shoppers

αγοραστής ή καταναλωτής ή πελάτης

illustrate

απεικονίζω αποτυπώνω ή εικονογράφω ή διευκρινίζω η εξηγώ

inefficient

αναποτελεσματικός ή μη αποδοτικός ή αντιπαραγωγικός

backed up

φραγμένος βουλωμένος ή δημιουργώ αντίγραφα ασφαλείας

entrepreneur

επιχειρηματίας

pursuing

καταδιώκω επιδιώκω

apparently

προφανώς

distinguish

διακρίνω ξεχωρίζω

submission

υποβολή υποψηφιότητα

nevertheless

εντούτοις παρ 'όλα αυτά

flaw

ελάττωμα ατέλεια ψεγάδι μειονέκτημα

essential

ουσιώδης στοιχειώδης απαραίτητος αναγκαίος

renovations

ανακαινίσεις

gratitude

ευγνωμοσύνη

staffing

στελέχωση επάνδρωση

allot

κατανέμω διανέμω  διαθέτω παρέχω

portion

τμήμα μέρος κομμάτι μερίδα

prominent

εξέχων περίφημος πασίγνωστος επιφανής διακεκριμένος

Division

διαχωριστικό διάκριση διχογνωμία

comparable

συγκρίσιμος παρεμφερής Παρομοίoς

agency

πρακτορείο γραφείο υπηρεσία οργανισμός

renunciation

αποκήρυξη απάρνηση

mammal

θηλαστικό

claw

νύχι δαγκάνα γρατζουνάω

paw

πατούσα πέλμα αγγίζω με το πόδι

snatch

αρπάζω γρήγορη κίνηση άρπαγμα

scholarship

υποτροφία ή ακαδημαϊκές γνώσεις

applicant

υποψήφιος ή αιτών

application

εφαρμογή αίτηση

invoice

τιμολόγιο

subject

θέμα μάθημα υποκείμενο υποβάλλω

due

πληρωτέο υποβλητέο παραδοτέο

reflect

εκφράζω φανερώνω αντικατοπτρίζω καθρεφτίζω

respite

διάλειμμα ανάπαυλα προσωρινή ξεκούραση

commuter

εργαζόμενος που πάει στη δουλειά του προαστιακός σιδηρόδρομος

carpool

ομάδα που μετακινείται με το ίδιο αυτοκίνητο για να μειώσει τα έξοδα

initiatives

πρωτοβουλία ή δυναμισμός ή ικανότητα να παίρνει κάποιος πρωτοβουλίες

narrative

αφήγηση διήγηση ρητορική

confident

σίγουρος [adj]   γεμάτος αυτοπεποίθηση

hesitation

δισταγμός  παύση

out of

εκτός έξω από

in order to

για να

buzz

χτυπάω χτυπώ ακούγομαι

fidget

κινούμαι νευρικά

well versed

ειδήμων που έχει βαθιά γνώση

contemporary

σύγχρονος

aside

στην άκρη στο πλάι παράμερα πιο πέρα

crowd

πλήθος κόσμος κοινό

kidding

αστεϊσμός

hold

κατέχω διεξαγω ή βαστώ ή κρατώ ή συνέρχεται

infer

συμπεραίνω βγάζω συμπέρασμα

ample[adj]

άφθονος αρκετός επαρκής

delight

χαρά απόλαυση ευχαρίστηση ικανοποίηση

inn

πανδοχείο ξενώνας

sincerely

Με εκτίμηση ή ειλικρινά πραγματικά

recipient

παραλήπτης παραλήπτρια

booklet

βιβλιάριο

attach

συνδέω

regulation

κανονισμός κανόνας

requirement

απαραίτητη προϋπόθεση

significant

σημαντικός αξιόλογος εξέχων

uptick

ανοδική τάση η άνοδος

standing [professional for political]

ορθιος ορθοστασία κύρος

expansion

επέκταση

approval

αποδοχή έγκριση  επιδοκιμασία

whereby [adv]

με τον οποίο μέσω του οποίου κατα την εννοια με ποιό τρόπο

frantically

φρενιασμένα μανιωδώς ξέφρενα έξαλλα

expedite

επισπεύδω επιταχύνω (το ζήτημα) προωθώ

stumble

σκοντάφτω

instead

Αντ'αυτού Άντι

precise

ακριβής συγκεκριμένος λεπτομερής 

scope [n]

πεδίο εφαρμογής ή αρμοδιότητα πλαισιο τομέας

policy

πολιτική

admission

παραδοχή είσοδος δικαίωμα εισόδου εισαγωγή εισιτήριο

embed

ενσωματώνω βυθίζω εισάγω

put down

αφήνω ακουμπώ ταπεινώνω εξευτελίζω

inquiry

έρευνα ερώτημα αίτημα

run around

πηγαίνω από εδώ και από εκεί τρέχω δεξιά αριστερά τρέχω πέρα δώθε 

suspend

αναστέλλω διακόπτω προσωρινά κρεμάω κρεμώ

envision

οραματίζομαι  φαντάζομαι  (μεταφορικά) συλλαμβάνω 

empower

δίνω δύναμη ή εμψυχώνω

evolve

προέρχομαι εξελίσσομαι

ancestor

πρόγονος

cumulative

αθροιστικός

admire [v]

θαυμάζω

commotion

αναστάτωση αναταραχή φασαρία

alter

αλλάζω ή μεταβάλω ή τροποποιώ

lenses

φακοί

apparently

προφανώς ή από ότι φαίνεται όπως φαίνεται

gear

σύνεργα ή εξοπλισμός ή εργαλεία

raise

σηκώνω ή ανεβάζω

overhead

εναέριος αιωρούμενος ψηλά ή πάνω από το κεφάλι μου

compartment

διαμέρισμα τμήμα κουπέ

incentive

κίνητρο ελατήριο αμοιβή απολαβές

host

οικοδεσπότης οικοδέσποινα παρουσιαστής παρουσιάστρια

workspace

χώρος εργασίας

subtract

κάνω αφαίρεση αφαιρώ βγάζω

sum

άθροισμα σύνολο πρόσθεση ποσό

fountaine

συντριβάνι ψύκτης Βρύση

contractor

εξωτερικός συνεργάτης εργολάβος εργολήπτης εργολήπτρια

renovate

ανακαινίζω

drop off

πτώση μείωση

regarding [prep]

σχετικά αναφορικα προς

clue

στοιχείο ένδειξη ιδέα

turnout

προσέλευση συμμετοχή παρίσταμαι παρευρίσκομαι παρακολουθώ

devote [v]

Αφιερώνω αφιερωνομαι αφοσιωνομαι

vacant

κενός ελεύθερος διαθέσιμος

determine

καθορίζω προσδιορίζω εξακριβώνω διαπιστώνω

disruption

διακοπή αναστάτωση διαταραχή

permit

επιτρέπω άδεια

parcel

δέμα πακέτο οικόπεδο αγροτεμάχιο

enroll

δηλώνω συμμετοχή κάνω εγγραφή η εγγράφομαι

gown

ρόμπα μπουρνούζι ή τουαλέτα [βραδινό φόρεμα]

injury

τραυματισμός τραύμα βλάβη πλήγμα

usher

συνοδός συνοδεύω ταξιθέτης

footage

αμοντάριστο υλικό ή εμβαδόν σε τετραγωνικά μέτρα

senior

ανώτερος μεγαλύτερος παλαιότερος πρεσβύτερος τελειόφοιτος

insufficient

ανεπαρκής

though

Ωστόσο παρόλο που μολονότι αν και

chain

αλυσίδα

stating

Πολιτεία κράτος δηλώνω διατυπώνω εκθέτω παραθέτω περιγράφω

outage

διακοπή ή διακοπή λειτουργίας

Patron

χορηγός χρηματοδότης υποστηρικτής πελάτης θαμώνας

accent

προσφορά τόνος τονίζω έμφαση

Procrastination

αναβλητικότητα

Divide

χωρίζω διαχωρίζω διαιρώ

wrinkled

τσαλακωμένο

bake

ψήνω

awkward

αδέξιος άγαρμπος δύσκολος παράξενος περίεργος

concern

απασχολώ αφορώ ανησυχώ προβληματίζω ενδιαφέρω

envious [adj]

φθονερός ζηλόφθονος γεμάτος ζήλια

Lakefront [n]

δίπλα σε ακτή ή παραλίμνιος

Workshop [n]

εργαστήριο ή σεμινάριο

anticipated [adj]

αναμενόμενο

anticipate [vtr]

αναμένω προσδοκώ

book fair [n]

παζάρι βιβλίου η έκθεση βιβλίου

attainment [n]

επίτευξη επιτυχία επίτευγμα κατόρθωμα

approve

Εγκρίνω αποδέχομαι

revision

διόρθωση αλλαγή αναθεώρηση

overdue

καθυστερημένος αργοπορημένος που έχει ήδη αργήσει

squeeze

πατάω πιέζω συμπιέζω

pledge

υπόσχεση δέσμευση όρκος δείγμα ένδειξη ενέχυρο

detach

αφαιρώ αποχωριζω αποκοπτω απoσπάω αποσπώ αποσυνδέω

equitable

δίκαιος

get off [v]

αποβιβάζομαι κατεβαίνω

despair

απόγνωση απελπισία 

bounce off

αναπηδάω αναπηδώ 

supplemental

συμπληρωματικός πρόσθετος επιπρόσθετος

decontamination [n]

απολύμανση

sigh[v] [sigh (n)]

αναστενάζω  ξεφυσάω ξεφυσώ αναστεναγμός

intoxication

μέθη νάρκωση δηλητηρίαση

prolonged

παρατεταμένος

depict

αναπαριστώ απεικονίζω

keen

φανατικός ενθουσιώδης μανιώδης παθιασμένος

tentatively [adv]

προσωρινά διστακτικα δοκιμαστικά

reprise

επανάληψη ξαναρχίζω επαναλαμβάνω

dispatched

σταλθείς απεσταλμένος αποστέλλω στέλνω

Unbeknownst

εν αγνοία χωρίς να το ξέρει

sighted

που θεάθηκε που παρατηρήθηκε που εντοπίστηκε

Mansion

αρχοντικό έπαυλη πολυκατοικία

hill

λόφος

on the verge of

στα πρόθυρα στο χείλος του

sneak preview

μια πρώτη γεύση

bearing

φέρσιμο τρόπος συμπεριφορά

attain [v]

επιτυγχάνω πετυχαίνω  κατορθώνω  (καθομιλουμένη: το στόχο)πιάνω

sound asleep [adj]

που κοιμάται βαθιά η που κοιμάται του καλού καιρού

mainly

κυρίως ως επί το πλείστον κατά κύριο λόγο κατ' εξοχήν

diligently [adv]

εργατικά επιμελώς

splendid [adj+adv]

υπέροχος θαυμάσιος εξαιρετικός [επιθ] υπέροχα θαυμάσια εξαιρετικά [επίρ]

perseverance [n]

επιμονή [ουσ θηλ] πείσμα

reveal

αποκαλύπτω φανερώνω προδίδω μαρτυρώ

attribute

χαρακτηριστικό γνώρισμα [ουσ ουδ] ιδιότητα [ουσ θηλ] προσόν [θετικό χαρακτηριστικό]

scorn [n+vtr]

περιφρόνηση καταφρόνηση απορρίπτω αρνούμαι

grin

χαμόγελο  πλατύ χαμόγελο 

liability [n]

ευθύνη  υποχρέωση

disciplinary [adj]

πειθαρχικός

prosecution [n]

δίωξη

ensure [vtr]

εξασφαλίζω

proper [adj]

κατάλληλος πρέπων  αρμόζων

in the wake of

στον απόηχο ή μετά από

in light off

υπό το φώς

attitude [n]

τρόπος στάση  φέρσιμο 

abolish [v]

καταργώ εξαλειφω απαλειφω καταλύω

banquet

συμπόσιο επίσημο δείπνο

agitation

αναταραχή η αναστάτωση η σύγχυση

settle

τακτοποιώ διευθετώ

containment

περιορισμός συγκράτηση

narrow

Στενός ή περιορισμένος

top-tier

κορυφαιου επιπεδου

correlation

συσχέτιση σύνδεση συσχετισμός

wage [n]

αμοιβή πληρωμή [ουσ θηλ] [μηνιαίος] μισθός [ουσ αρσ] Ημερομίσθιο [για μία μέρα] μεροκάματο [ουσ ουδ] [για μία νύχτα] νυχτοκάματο

claim

ισχυρισμός διεκδίκηση απαίτηση [ουσ θηλ] [επίσημο] αξίωση

unmistakable[adj]

αδιαμφισβήτητος εμφανής ξεκάθαρος ολοφάνερος

regard

θεωρώ εκτιμώ αφορώ σέβομαι έχω σε υπόληψη χαίρω εκτίμησης παρατηρώ κοιτάζω επίμονα κοιτάζω προσεκτικά

escalate

κλιμακωνεται

cluster

ομαδοποιούμαι συγκεντρώνομαι

thankful [adj for/to]

ευγνώμων

rolled out

παρουσιάζω [ρ μ] (εμπορικό προϊόν) λανσάρω [ρ μ] (εμφατικός τύπος) πρωτοπαρουσιάζω

audit [ n OR v ]

έλεγχος λογιστικός έλεγχος οικονομικός έλεγχος ελέγχω

establish

ιδρύω εγκαθιδρύω καθορίζω καθιερώνω επιβάλλω εξακριβώνω διαπιστώνω καταδεικνύω

labor

σκληρή δουλειά μόχθος κόπος εργατικά χέρια εργάζομαι σκληρά μοχθώ κοπιάζω κοπιάζω να κάνω κάτι κοπιάζω να πετύχω

Thrift

λιτότητα οικονομία αποταμίευση

spontaneous

αυθόρμητος ή παρορμητικός

unambiguous

ξεκάθαρος

susceptible [adj]

ευπαθής επιδεκτικός [επίθ] ευαίσθητος ευάλωτος που έχει την τάση να κάνει κτ που εντυπωσιάζεται από κτ που συγκινείται από

curfew

απαγόρευση κυκλοφορίας

confirmation

επιβεβαίωση βεβαίωση

fine

καλά εντάξει μια χαρά πρόστιμο κλήση

distinction

διαφορά διάκριση αντίθεση διαφοροποιηση

reside

ζω κατοικώ διαμένω

interventional

παρεμβατικος μεσολαβητικος

restraint

περιορισμός συγκράτηση

compromise

συμβιβασμός

Consequently [adv]

συνεπώς επομένως [επίρ]

Thus [adv]

έτσι [επίρ] με αυτό τον τρόπο [φρ ως επίρ] [επίσημο] κατ' αυτό τον τρόπo

furthermore

επιπλέον επιπροσθέτως επίσης ακόμα

peculiarity [n]

ιδιαιτερότητα [ουσ θηλ] ιδιομορφία ιδιοτυπία [ουσ θηλ] [αρνητικό νόημα] εκκεντρικότητα παραξενιά [ουσ]

Moreover

επιπλέον

foresee

προβλέπω

reams [n]

σωρός [ουσ αρσ] [καθομ: μεγάλο κείμενο] κατεβατό

disperse

σκορπίζομαι διασκορπίζομαι (πλήθος) σκορπίζω διασκορπίζω

nifty [adj --- great excellent]

φανταστικός

weariness

κούραση κόπωση εξάντληση

apathy

απάθεια

sanitize

απολυμαίνω ωραιοποιώ ευπρεπίζω

grime

μουντζούρα βρομιά λίγδα

revenant

φάντασμα αναστηθείς αναστημένος

ruthless

αδίστακτος ανελέητος

barely [adv]

ίσα που μόλις [επίρ] (καθομιλουμένη) με το ζόρι

lethal [adj]

θανατηφόρος θανάσιμος φονικός

squander

σπαταλάω σπαταλώ[ρ μ] κατασπαταλώ [ρ μ]

commence

αρχίζω ξεκινάω ξεκινώ

inherited [adj]

κληρονομικός [επίθ] που το έχω κληρονομήσει που το έχω πάρει

inherit [v]

κληρονομώ

intention

πρόθεση [ουσ θηλ] σκοπός στόχος

angst

αγχος

ghastly

αποτρόπαιος φρικτός τρομερός αποκρουστικός

luminous

φωτεινός λαμπερός λαμπρός

exegesis

εξήγηση επεξήγηση ερμηνεία

salvage

περισώζω περισυλλέγω [ρ μ] (καθομιλουμένη) σώζω

plight

δεινά [ουσ ουδ πλ] (μεταφορικά) γολγοθάς [ουσ αρσ] (καθομιλουμένη) παλιοκατάσταση

genial

καλοσυνάτος γλυκομίλητος ευκοινώνητος συμπαθητικός

association

οργάνωση ή ένωση ή συσχέτιση ή σύνδεσμος ή συσχετισμός

impression

εντύπωση

declare

δηλώνω

refinance

αναχρηματοδοτώ αναχρηματοδότηση

dissertation

πτυχιακή εργασία πτυχιακή διατριβή

fed up

αγανακτισμένος μπουχτισμένος

layover

στάση

soaring

μεγάλη ύψωση που πετάει ψηλά που απογειώνεται που κερδίζει ύψος

afford

οικονομική δυνατότητα ανταπεξέρχομαι οικονομικά

cut back

μειώνω

get rid

ξεφορτώνομαι

resume

βιογραφικό

treat

φέρομαι συμπεριφέρομαι θεραπεύω κερνάω

fairly

αρκετά Δίκαια

reward

βραβείο έπαθλο ανταμοιβή επιβράβευση

explicitly

ρητά κατηγορηματικά λεπτομερέστατα απερίφραστα

ladder

ιεραρχία σκάλα κλίμακα

subtle

διακριτικός προσεγμένος εύστροφος ευφυής εύστοχος αμυδρός

heartfelt [adj]

ειλικρινής ανυπόκριτος ή εγκάρδιος

furniture

έπιπλο επίπλωση

stapler

συρραπτικό

flimsy

ατεκμηρίωτος αβάσιμος ασταθής

Hold On

αντέχω κάνω υπομονή

accurate

ακριβής σωστός

proposal

πρόταση

inordinate

υπέρμετρος υπερβολικός

pastime

αγαπημένη ασχολία χόμπι

exhilarating

αναζωογονητικός συναρπαστικός απολαυστικός

smorgasbord

ποικιλία συλλογή μπουφές

pace

ρυθμός βηματισμός δίνω βρίσκω ρυθμό

amount

ποσότητα σύνολο ή ποσό

convenient

κατάλληλος πρακτικός βολικός χρήσιμος

unspectacular

μη θεαματικός μη εντυπωσιακός

particularly

ξεχωριστά ειδικά ιδιαίτερα

spike

ακίδα καρφί αιχμή κορυφή

precaution

μέτρο ασφαλείας προφύλαξη

trajectory

τροχιά πορεία

epicentre

επίκεντρο

commiting

δέσμευση

plot

κομμάτι γης σχέδιο συνωμοσία σκευωρία γραφική απεικόνιση γραφική παράσταση πλεκτάνη

substantive

ουσιώδης ουσιαστικός σημαντικός

annexure

παράρτημα

potential

πιθανός ενδεχόμενος δυνητικός

inappropriate

ακατάλληλος

fatality

δυστύχημα θανατηφόρο ατύχημα (καθομιλουμένη) συμφορά

takeoff

απογείωση εκτόξευση απότομη άνοδος

crash-land

κάνω αναγκαστική προσγείωση

meditate

διαλογίζομαι Κάνω διαλογισμό

wheelchair

αναπηρικό καροτσάκι

charity

φιλανθρωπική οργάνωση κοινωνική προσφορά ελεημοσύνη φιλανθρωπία

harness

αξιοποιώ τιθασεύω ή εκμεταλλεύομαι

remain

παραμένει

rumble

βοή βροντή γουργουρητό συμπλοκή

bark

γαύγισμα

harvest

θερισμόςσυγκομιδή

abide

συμμορφώνομαι

absent

απών

absorb

απορροφάω απορροφώ

accessory

εξάρτημα αξεσουάρ βοήθημα συνεργός σε έγκλημα

acclaim

επευφημώ αναγνώριση αναγνωρίζω

acquisition

απόκτηση εκμάθηση εξαγορά

Gathering

συγκέντρωση συλλογή

purse

Τσάντα πορτοφόλι [γυναικεία]

counter

ανταποδίδω αντιπαραθέτω αντιτάσσω ταμείο η θυρίδα η καταμετρητής

rack

ράφι κρεμάστρα

badges

κονκάρδα διακριτικό σήμα ένδυμα κάρτα αναγνώρισης

warehouse

αποθήκη

club

σύλλογος όμιλος

enclosure

περίφραξη περιφραγμένος χώρος

hose

λάστιχο μανίκα

intersection

διασταύρωση

autumn

φθινόπωρο

Fair

δίκαιο καθαρογραμμένο

among

ανάμεσα αναμεταξύ

vast

απέραντο αχανή ατελείωτο τεράστιο

on loan

σε δανεισμό για προσωρινή χρήση

lobby

προθάλαμος αίθουσα αναμονής

unanticipated

αιφνίδιος απροσδόκητος απρόοπτοςαναπάντεχος απρόσμενοςξαφνικός

shuttle

μεταφέρω μετακινώ λεωφορειάκι

compound

συνδυασμός σύνθεση ένωση

grand opening

εγκαίνια

editorial

δημοσιογραφικό συντακτικό άρθρο γνώμης

eraborate

πολύπλοκος περίτεχνος περίπλοκος

handout

ενημερωτικό έντυπο δωρεάν διαφημιστικό κοινωνικές απολαβές

booth

περίπτερο παράγκα θαλαμος

misguided

άστοχος  λανθασμένος εσφαλμένος

individual

χωριστός ξεχωριστός μεμονωμένος ατομο

entity

οντότητα φορέας οργάνωση οργανισμός

rely

βασίζομαι στηρίζομαι εμπιστεύομαι

inquire

ρωτάω σχετικά καταθέτω ερώτηση

according

σύμφωνα με συμφωνία

errand

εξωτερική δουλειά εξωτερική εργασία θέλημα

whether

ανεξαρτήτως ανεξάρτητα του εαν είναι

jammed

που έχει κολλήσει που έχει φρακάρει που έχει μαγκώσει  που έχει σφηνώσει

properly

καθώς πρέπει φυσιολογικά κανονικά σωστά

revise

επιμελούμαι διορθώνω αναθεωρώ

occasion

περίπτωση εκδήλωση γεγονός περίσταση

teller

αφηγητής αφηγήτρια η ταμίας ή καταμετρητής

orientation

προσανατολισμός

assess

αξιολογώ εκτιμώ

nuts

ξηρός καρπός

lock up

κλειδώνω κλείνω

custodian

φύλακας επίτροπος επιστάτης

exclusion

αποκλεισμός μη συμπερίληψη εξαίρεση

write down

γράφω σημειώνω

fond

τρυφερός στοργικός ή νοιάζομαι για κάποιον τρέφω στοργή για κάποιον μου αρέσει να κάνω κάτι

notice

προειδοποίηση ειδοποίηση γνωστοποίηση σημασία προσοχή

aware

έχω το νου μου είμαι προσεκτικός είμαι σε ετοιμότητα

ride

πηγαίνω με κάτι καβαλάω ή ιππεύω

shoppers

αγοραστής ή καταναλωτής ή πελάτης

illustrate

απεικονίζω αποτυπώνω ή εικονογράφω ή διευκρινίζω η εξηγώ

inefficient

αναποτελεσματικός ή μη αποδοτικός ή αντιπαραγωγικός

backed up

φραγμένος βουλωμένος ή δημιουργώ αντίγραφα ασφαλείας

entrepreneur

επιχειρηματίας

pursuing

καταδιώκω επιδιώκω

apparently

προφανώς

distinguish

διακρίνω ξεχωρίζω

submission

υποβολή υποψηφιότητα

nevertheless

εντούτοις παρ 'όλα αυτά

flaw

ελάττωμα ατέλεια ψεγάδι μειονέκτημα

essential

ουσιώδης στοιχειώδης απαραίτητος αναγκαίος

renovations

ανακαινίσεις

gratitude

ευγνωμοσύνη

staffing

στελέχωση επάνδρωση

allot

κατανέμω διανέμω  διαθέτω παρέχω

portion

τμήμα μέρος κομμάτι μερίδα

prominent

εξέχων περίφημος πασίγνωστος επιφανής διακεκριμένος

Division

διαχωριστικό διάκριση διχογνωμία

comparable

συγκρίσιμος παρεμφερής Παρομοίoς

agency

πρακτορείο γραφείο υπηρεσία οργανισμός

renunciation

αποκήρυξη απάρνηση

mammal

θηλαστικό

claw

νύχι δαγκάνα γρατζουνάω

paw

πατούσα πέλμα αγγίζω με το πόδι

snatch

αρπάζω γρήγορη κίνηση άρπαγμα

scholarship

υποτροφία ή ακαδημαϊκές γνώσεις

applicant

υποψήφιος ή αιτών

application

εφαρμογή αίτηση

invoice

τιμολόγιο

subject

θέμα μάθημα υποκείμενο υποβάλλω

due

πληρωτέο υποβλητέο παραδοτέο

reflect

εκφράζω φανερώνω αντικατοπτρίζω καθρεφτίζω

respite

διάλειμμα ανάπαυλα προσωρινή ξεκούραση

commuter

εργαζόμενος που πάει στη δουλειά του προαστιακός σιδηρόδρομος

carpool

ομάδα που μετακινείται με το ίδιο αυτοκίνητο για να μειώσει τα έξοδα

initiatives

πρωτοβουλία ή δυναμισμός ή ικανότητα να παίρνει κάποιος πρωτοβουλίες

narrative

αφήγηση διήγηση ρητορική

confident

σίγουρος [adj]   γεμάτος αυτοπεποίθηση

hesitation

δισταγμός  παύση

out of

εκτός έξω από

in order to

για να

buzz

χτυπάω χτυπώ ακούγομαι

fidget

κινούμαι νευρικά

well versed

ειδήμων που έχει βαθιά γνώση

contemporary

σύγχρονος

aside

στην άκρη στο πλάι παράμερα πιο πέρα

crowd

πλήθος κόσμος κοινό

kidding

αστεϊσμός

hold

κατέχω διεξαγω ή βαστώ ή κρατώ ή συνέρχεται

infer

συμπεραίνω βγάζω συμπέρασμα

ample[adj]

άφθονος αρκετός επαρκής

delight

χαρά απόλαυση ευχαρίστηση ικανοποίηση

inn

πανδοχείο ξενώνας

sincerely

Με εκτίμηση ή ειλικρινά πραγματικά

recipient

παραλήπτης παραλήπτρια

booklet

βιβλιάριο

attach

συνδέω

regulation

κανονισμός κανόνας

requirement

απαραίτητη προϋπόθεση

significant

σημαντικός αξιόλογος εξέχων

uptick

ανοδική τάση η άνοδος

standing [professional for political]

ορθιος ορθοστασία κύρος

expansion

επέκταση

approval

αποδοχή έγκριση  επιδοκιμασία

whereby [adv]

με τον οποίο μέσω του οποίου κατα την εννοια με ποιό τρόπο

frantically

φρενιασμένα μανιωδώς ξέφρενα έξαλλα

expedite

επισπεύδω επιταχύνω (το ζήτημα) προωθώ

stumble

σκοντάφτω

instead

Αντ'αυτού Άντι

precise

ακριβής συγκεκριμένος λεπτομερής 

scope [n]

πεδίο εφαρμογής ή αρμοδιότητα πλαισιο τομέας

policy

πολιτική

admission

παραδοχή είσοδος δικαίωμα εισόδου εισαγωγή εισιτήριο

embed

ενσωματώνω βυθίζω εισάγω

put down

αφήνω ακουμπώ ταπεινώνω εξευτελίζω

inquiry

έρευνα ερώτημα αίτημα

run around

πηγαίνω από εδώ και από εκεί τρέχω δεξιά αριστερά τρέχω πέρα δώθε 

suspend

αναστέλλω διακόπτω προσωρινά κρεμάω κρεμώ

envision

οραματίζομαι  φαντάζομαι  (μεταφορικά) συλλαμβάνω 

empower

δίνω δύναμη ή εμψυχώνω

evolve

προέρχομαι εξελίσσομαι

ancestor

πρόγονος

cumulative

αθροιστικός

admire [v]

θαυμάζω

commotion

αναστάτωση αναταραχή φασαρία

alter

αλλάζω ή μεταβάλω ή τροποποιώ

lenses

φακοί

apparently

προφανώς ή από ότι φαίνεται όπως φαίνεται

gear

σύνεργα ή εξοπλισμός ή εργαλεία

raise

σηκώνω ή ανεβάζω

overhead

εναέριος αιωρούμενος ψηλά ή πάνω από το κεφάλι μου

compartment

διαμέρισμα τμήμα κουπέ

incentive

κίνητρο ελατήριο αμοιβή απολαβές

host

οικοδεσπότης οικοδέσποινα παρουσιαστής παρουσιάστρια

workspace

χώρος εργασίας

subtract

κάνω αφαίρεση αφαιρώ βγάζω

sum

άθροισμα σύνολο πρόσθεση ποσό

fountaine

συντριβάνι ψύκτης Βρύση

contractor

εξωτερικός συνεργάτης εργολάβος εργολήπτης εργολήπτρια

renovate

ανακαινίζω

drop off

πτώση μείωση

regarding [prep]

σχετικά αναφορικα προς

clue

στοιχείο ένδειξη ιδέα

turnout

προσέλευση συμμετοχή παρίσταμαι παρευρίσκομαι παρακολουθώ

devote [v]

Αφιερώνω αφιερωνομαι αφοσιωνομαι

vacant

κενός ελεύθερος διαθέσιμος

determine

καθορίζω προσδιορίζω εξακριβώνω διαπιστώνω

disruption

διακοπή αναστάτωση διαταραχή

permit

επιτρέπω άδεια

parcel

δέμα πακέτο οικόπεδο αγροτεμάχιο

enroll

δηλώνω συμμετοχή κάνω εγγραφή η εγγράφομαι

gown

ρόμπα μπουρνούζι ή τουαλέτα [βραδινό φόρεμα]

injury

τραυματισμός τραύμα βλάβη πλήγμα

usher

συνοδός συνοδεύω ταξιθέτης

footage

αμοντάριστο υλικό ή εμβαδόν σε τετραγωνικά μέτρα

senior

ανώτερος μεγαλύτερος παλαιότερος πρεσβύτερος τελειόφοιτος

insufficient

ανεπαρκής

though

Ωστόσο παρόλο που μολονότι αν και

chain

αλυσίδα

stating

Πολιτεία κράτος δηλώνω διατυπώνω εκθέτω παραθέτω περιγράφω

outage

διακοπή ή διακοπή λειτουργίας

Patron

χορηγός χρηματοδότης υποστηρικτής πελάτης θαμώνας

accent

προσφορά τόνος τονίζω έμφαση

Procrastination

αναβλητικότητα

Divide

χωρίζω διαχωρίζω διαιρώ

wrinkled

τσαλακωμένο

bake

ψήνω

awkward

αδέξιος άγαρμπος δύσκολος παράξενος περίεργος

concern

απασχολώ αφορώ ανησυχώ προβληματίζω ενδιαφέρω

envious [adj]

φθονερός ζηλόφθονος γεμάτος ζήλια

Lakefront [n]

δίπλα σε ακτή ή παραλίμνιος

Workshop [n]

εργαστήριο ή σεμινάριο

anticipated [adj]

αναμενόμενο

anticipate [vtr]

αναμένω προσδοκώ

book fair [n]

παζάρι βιβλίου η έκθεση βιβλίου

attainment [n]

επίτευξη επιτυχία επίτευγμα κατόρθωμα

approve

Εγκρίνω αποδέχομαι

revision

διόρθωση αλλαγή αναθεώρηση

overdue

καθυστερημένος αργοπορημένος που έχει ήδη αργήσει

squeeze

πατάω πιέζω συμπιέζω

pledge

υπόσχεση δέσμευση όρκος δείγμα ένδειξη ενέχυρο

detach

αφαιρώ αποχωριζω αποκοπτω απoσπάω αποσπώ αποσυνδέω

equitable

δίκαιος

get off [v]

αποβιβάζομαι κατεβαίνω

despair

απόγνωση απελπισία 

bounce off

αναπηδάω αναπηδώ 

supplemental

συμπληρωματικός πρόσθετος επιπρόσθετος

decontamination [n]

απολύμανση

sigh[v] [sigh (n)]

αναστενάζω  ξεφυσάω ξεφυσώ αναστεναγμός

intoxication

μέθη νάρκωση δηλητηρίαση

prolonged

παρατεταμένος

depict

αναπαριστώ απεικονίζω

keen

φανατικός ενθουσιώδης μανιώδης παθιασμένος

tentatively [adv]

προσωρινά διστακτικα δοκιμαστικά

reprise

επανάληψη ξαναρχίζω επαναλαμβάνω

dispatched

σταλθείς απεσταλμένος αποστέλλω στέλνω

Unbeknownst

εν αγνοία χωρίς να το ξέρει

sighted

που θεάθηκε που παρατηρήθηκε που εντοπίστηκε

Mansion

αρχοντικό έπαυλη πολυκατοικία

hill

λόφος

on the verge of

στα πρόθυρα στο χείλος του

sneak preview

μια πρώτη γεύση

bearing

φέρσιμο τρόπος συμπεριφορά

attain [v]

επιτυγχάνω πετυχαίνω  κατορθώνω  (καθομιλουμένη: το στόχο)πιάνω

sound asleep [adj]

που κοιμάται βαθιά η που κοιμάται του καλού καιρού

mainly

κυρίως ως επί το πλείστον κατά κύριο λόγο κατ' εξοχήν

diligently [adv]

εργατικά επιμελώς

splendid [adj+adv]

υπέροχος θαυμάσιος εξαιρετικός [επιθ] υπέροχα θαυμάσια εξαιρετικά [επίρ]

perseverance [n]

επιμονή [ουσ θηλ] πείσμα

reveal

αποκαλύπτω φανερώνω προδίδω μαρτυρώ

attribute

χαρακτηριστικό γνώρισμα [ουσ ουδ] ιδιότητα [ουσ θηλ] προσόν [θετικό χαρακτηριστικό]

scorn [n+vtr]

περιφρόνηση καταφρόνηση απορρίπτω αρνούμαι

grin

χαμόγελο  πλατύ χαμόγελο 

liability [n]

ευθύνη  υποχρέωση

disciplinary [adj]

πειθαρχικός

prosecution [n]

δίωξη

ensure [vtr]

εξασφαλίζω

proper [adj]

κατάλληλος πρέπων  αρμόζων

in the wake of

στον απόηχο ή μετά από

in light off

υπό το φώς

attitude [n]

τρόπος στάση  φέρσιμο 

abolish [v]

καταργώ εξαλειφω απαλειφω καταλύω

banquet

συμπόσιο επίσημο δείπνο

agitation

αναταραχή η αναστάτωση η σύγχυση

settle

τακτοποιώ διευθετώ

containment

περιορισμός συγκράτηση

narrow

Στενός ή περιορισμένος

top-tier

κορυφαιου επιπεδου

correlation

συσχέτιση σύνδεση συσχετισμός

wage [n]

αμοιβή πληρωμή [ουσ θηλ] [μηνιαίος] μισθός [ουσ αρσ] Ημερομίσθιο [για μία μέρα] μεροκάματο [ουσ ουδ] [για μία νύχτα] νυχτοκάματο

claim

ισχυρισμός διεκδίκηση απαίτηση [ουσ θηλ] [επίσημο] αξίωση

unmistakable[adj]

αδιαμφισβήτητος εμφανής ξεκάθαρος ολοφάνερος

regard

θεωρώ εκτιμώ αφορώ σέβομαι έχω σε υπόληψη χαίρω εκτίμησης παρατηρώ κοιτάζω επίμονα κοιτάζω προσεκτικά

escalate

κλιμακωνεται

cluster

ομαδοποιούμαι συγκεντρώνομαι

thankful [adj for/to]

ευγνώμων

rolled out

παρουσιάζω [ρ μ] (εμπορικό προϊόν) λανσάρω [ρ μ] (εμφατικός τύπος) πρωτοπαρουσιάζω

audit [ n OR v ]

έλεγχος λογιστικός έλεγχος οικονομικός έλεγχος ελέγχω

establish

ιδρύω εγκαθιδρύω καθορίζω καθιερώνω επιβάλλω εξακριβώνω διαπιστώνω καταδεικνύω

labor

σκληρή δουλειά μόχθος κόπος εργατικά χέρια εργάζομαι σκληρά μοχθώ κοπιάζω κοπιάζω να κάνω κάτι κοπιάζω να πετύχω

Thrift

λιτότητα οικονομία αποταμίευση

spontaneous

αυθόρμητος ή παρορμητικός

unambiguous

ξεκάθαρος

susceptible [adj]

ευπαθής επιδεκτικός [επίθ] ευαίσθητος ευάλωτος που έχει την τάση να κάνει κτ που εντυπωσιάζεται από κτ που συγκινείται από

curfew

απαγόρευση κυκλοφορίας

confirmation

επιβεβαίωση βεβαίωση

fine

καλά εντάξει μια χαρά πρόστιμο κλήση

distinction

διαφορά διάκριση αντίθεση διαφοροποιηση

reside

ζω κατοικώ διαμένω

interventional

παρεμβατικος μεσολαβητικος

restraint

περιορισμός συγκράτηση

compromise

συμβιβασμός

Consequently [adv]

συνεπώς επομένως [επίρ]

Thus [adv]

έτσι [επίρ] με αυτό τον τρόπο [φρ ως επίρ] [επίσημο] κατ' αυτό τον τρόπo

furthermore

επιπλέον επιπροσθέτως επίσης ακόμα

peculiarity [n]

ιδιαιτερότητα [ουσ θηλ] ιδιομορφία ιδιοτυπία [ουσ θηλ] [αρνητικό νόημα] εκκεντρικότητα παραξενιά [ουσ]

Moreover

επιπλέον

foresee

προβλέπω

reams [n]

σωρός [ουσ αρσ] [καθομ: μεγάλο κείμενο] κατεβατό

disperse

σκορπίζομαι διασκορπίζομαι (πλήθος) σκορπίζω διασκορπίζω

nifty [adj --- great excellent]

φανταστικός

weariness

κούραση κόπωση εξάντληση

apathy

απάθεια

sanitize

απολυμαίνω ωραιοποιώ ευπρεπίζω

grime

μουντζούρα βρομιά λίγδα

revenant

φάντασμα αναστηθείς αναστημένος

ruthless

αδίστακτος ανελέητος

barely [adv]

ίσα που μόλις [επίρ] (καθομιλουμένη) με το ζόρι

lethal [adj]

θανατηφόρος θανάσιμος φονικός

squander

σπαταλάω σπαταλώ[ρ μ] κατασπαταλώ [ρ μ]

commence

αρχίζω ξεκινάω ξεκινώ

inherited [adj]

κληρονομικός [επίθ] που το έχω κληρονομήσει που το έχω πάρει

inherit [v]

κληρονομώ

intention

πρόθεση [ουσ θηλ] σκοπός στόχος

angst

αγχος

ghastly

αποτρόπαιος φρικτός τρομερός αποκρουστικός

luminous

φωτεινός λαμπερός λαμπρός

exegesis

εξήγηση επεξήγηση ερμηνεία

salvage

περισώζω περισυλλέγω [ρ μ] (καθομιλουμένη) σώζω

plight

δεινά [ουσ ουδ πλ] (μεταφορικά) γολγοθάς [ουσ αρσ] (καθομιλουμένη) παλιοκατάσταση

genial

καλοσυνάτος γλυκομίλητος ευκοινώνητος συμπαθητικός

association

οργάνωση ή ένωση ή συσχέτιση ή σύνδεσμος ή συσχετισμός

impression

εντύπωση

juncture

συγκυρία περίσταση κρίσιμη χρονική στιγμή εκείνη την περίοδο εκείνη την χρονική στιγμή

pesky

ενοχλητικός

odd

παράξενος περίεργος εκκεντρικός ιδιόμορφος αλλόκοτος περιτος

thrive

αναπτύσσομαι ακμάζω [ρ αμ] (μεταφορικά) ανθώ ευδοκιμώ ευημερώ [ρ αμ] (καθομιλουμένη) πάω πολύ καλά

lapse [v / n]

λάθος σφάλμα απώλεια [ουσ θηλ] [(τη συγκέντρωσή μου)] χάνω λήγω

courtrous [adj (polite)]

ευγενής ευγενικός

origin

καταγωγή προέλευση

dazzling [adj]

εκθαμβωτικός [επίθ] εντυπωσιακός

hatching [n]

εκκόλαψη γραμμοσκίαση [ουσ θηλ]

pour

σερβίρω [ρ μ] (πιο απλά) βάζω [ρ μ]

confiscate

κατάσχω

groceries

φαγώσιμα τρόφιμα [ουσ ουδ πλ] [πιο γενικά] ψώνια

consider

θεωρώ λαμβάνω υπόψιν  σκέφτομαι αναλογίζομαι

pattern

συμβαδίζω ακολουθώ σχήμα διάταξη μοτίβο

conversely [adv]

αντίστροφα αντιστρόφως [επίρ] αντίθετα αντιθέτως

mention

αναφορά αναφέρω

particular

ιδιαίτερος ξεχωριστός συγκεκριμένος

substance

νόημα [ουσ ουδ] περιεχόμενο [ουσ ουδ] ουσία [ουσ θηλ]

discrete [adj]

χωριστός ξεχωριστός

nuance [n]

λεπτή διαφορά [επίθ + ουσ θηλ] μικροδιαφορά [ουσ θηλ] μικροδιαφοροποίηση [ουσ θηλ]

Manipulate

χειραγωγώ χειρίζομαι

concession [n]

παραχώρηση [ουσ θηλ] παράδοση δικαίωμα προνόμιο

perceive

Αντιλαμβάνομαι καταλαβαίνω

parade

πορεία πομπή παρευλανω

contender [n]

διαγωνιζόμενος [μτχ ενεστ] υποψήφιος υποψήφια [ουσ αρσ ουσ θηλ] αυτός που αγωνίζεται [για κπ] αυτός που διαγωνίζεται [για κτ περίφρ]

abbreviation [n]

σύντμηση συντόμευση [ουσ θηλ] σύντομη εκδοχή [επίθ + ουσ θηλ]

poverty [n]

φτώχεια [ουσ θηλ] ανέχεια

ware

ενήμερος

glad

ευτυχής

unable

ανίκανος

blow

φυσάω φυσώ χτύπημα εκρήγνυμαι

breeze

αεράκι αύρα κινούμαι με αέρα κινούμαι με άνεση

Subjects: